Την Παρασκευή 12/12 πραγματοποιήθηκε η τρίτη συνάντηση με τη διοίκηση του ΟΤΕ στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για τη νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Και σε αυτή τη συνάντηση επιβεβαιώθηκε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι ο στρατηγικός στόχος της εργοδοσίας δεν είναι άλλος από τη διατήρηση και διεύρυνση της κερδοφορίας της, μέσα από το πρακτικό πάγωμα των μισθών και την αποδόμηση εργασιακών δικαιωμάτων.
Η οικονομική πρόταση της εταιρείας, με ορίζοντα τη λήξη της ΣΣΕ το 2028, αποτυπώνει αυτή ακριβώς τη λογική. Προβλέπει μισθούς καθηλωμένους σε επίπεδα που δεν ανταποκρίνονται ούτε στο πραγματικό κόστος ζωής ούτε στην παραγωγικότητα και την εξειδίκευση των εργαζομένων.
Πίσω από αυτά τα νούμερα δεν υπάρχει «αδυναμία κατανόησης των αναγκών των εργαζομένων», αλλά συνειδητή επιλογή: η εργοδοσία αντιμετωπίζει το μισθό ως κόστος που πρέπει να συμπιεστεί και όχι ως αντανάκλαση της εργασίας που παράγεται.
Το ίδιο πολιτικό σκεπτικό διαπερνά και τη στάση της σε μια σειρά από τα αιτήματα μας:
- Η μη αναγνώριση της προϋπηρεσίας από το 2012 έως το 2024 δεν είναι «τεχνικό ζήτημα». Είναι προσπάθεια να διαγραφούν 12 χρόνια δουλειάς, εμπειρίας και παραγωγής τεράστιου πλούτου, ώστε να μη μεταφραστούν ποτέ σε μισθολογικά δικαιώματα
- Η αντίληψη ότι ο καταβαλλόμενος μισθός αποτελεί «διευθυντικό δικαίωμα» δείχνει καθαρά ότι η εταιρεία θέλει πλήρη έλεγχο της μισθολογικής εξέλιξης, αποσυνδέοντάς την από συλλογικές κατακτήσεις και αντικειμενικά κριτήρια.
- Η επιμονή στην ύπαρξη μισθολογικών κλιμακίων ανειδίκευτης εργασίας στοχεύει στη γενικευμένη σύνδεση των μισθών με τον κρατικά καθορισμένο κατώτατο, δηλαδή στη μονιμοποίηση της μισθολογικής στασιμότητας.
- Η άρνηση συγκεκριμένου πλάνου ένταξης των ενοικιαζόμενων εργαζομένων στη ΣΣΕ υπηρετεί τη στρατηγική της διαίρεσης του προσωπικού σε εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων, με διαφορετικά δικαιώματα και όρους.
- Η μη αύξηση της δαπάνης φύλαξης τέκνων και η άρνηση έκτακτης αμοιβής για τον πληθωρισμό δείχνουν ότι η εργοδοσία επιχειρεί να μετακυλήσει συνειδητά το κόστος της ακρίβειας στις πλάτες των εργαζομένων.
- Η επιμονή στην κατάργηση της σύνδεσης μισθού–πτυχίου δεν είναι «εκσυγχρονισμός», αλλά απαξίωση της γνώσης και της εξειδίκευσης, σε μια περίοδο που η εταιρεία στηρίζεται όλο και περισσότερο σε εργαζόμενους υψηλής τεχνολογικής κατάρτισης.
- Η άρνηση της εργοδοσίας να αφαιρέσει το επίδομα τέκνων από την προσωπική διαφορά αποτυπώνει με τον πιο ωμό τρόπο, την άποψη τους ότι τα παιδιά των εργαζομένων είναι “αόρατα” και οι οικογενειακές ανάγκες είναι σαν να μην υπάρχουν.
Όλα τα παραπάνω δεν αποτελούν μεμονωμένες θέσεις, αλλά ένα ενιαίο σχέδιο: φθηνότερη εργασία, μεγαλύτερη ευελιξία για την εργοδοσία, λιγότερα συλλογικά δικαιώματα για τους εργαζόμενους.
Υπό αυτό το πρίσμα προκαλεί έντονο προβληματισμό η ανακοίνωση της πλειοψηφίας του σωματείου (ΕΣΕ-ΟΤΕ – Ενιαία Δύναμη), η οποία χαρακτηρίζει αυτή την προκλητική εργοδοτική στάση ως «θετική εξέλιξη». Τέτοιες τοποθετήσεις δεν βοηθούν τους εργαζόμενους να κατανοήσουν τι πραγματικά διακυβεύεται, ούτε να οργανώσουν την απάντησή τους. Αντίθετα, λειτουργούν ως στήριγμα της εργοδοτικής στρατηγικής, καλλιεργώντας λογική αναμονής και αποδοχής των χαμηλών απαιτήσεων.
Η ιστορία των προηγούμενων ΣΣΕ δείχνει πού οδηγεί αυτή η γραμμή: σε συμβάσεις κομμένες και ραμμένες στις ανάγκες της εργοδοσίας, με παγωμένους μισθούς και συνεχή υποχώρηση δικαιωμάτων. Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η μόνη ρεαλιστική και αποτελεσματική απάντηση είναι η ενεργή και οργανωμένη παρέμβαση των ίδιων των εργαζομένων.
Την επόμενη εβδομάδα θα υπάρξει νέα συνάντηση με την εργοδοσία, στην περίπτωση που θα αποτυπωθεί η επιμονή της σε μια αδιέξοδη πρόταση που δεν αποτελεί βάση για κουβέντα θα πρέπει να συνεδριάσουν τα όργανα του σωματείου μας και να διαμορφώσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι θα συμμετέχουν και θα καθορίσουν την εξέλιξη της διεκδίκησης της ΣΣΕ.
